Μάκβεθ

Απόσπασμα από το σημείωμα του Γιώργου Χειμωνά για τον «Μάκβεθ»,  Μάκβεθ, μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς, εκδόσεις Κέδρος,1996

Ο Μάκβεθ είναι ένα αριστούργημα. Όταν το διαβάζεις – και κυρίως  το ζεις στη θεατρική του πραγματικότητα – αισθάνεσαι δέος απέναντι στον δημιουργό Νου που το έκανε αριστούργημα. Όταν το μεταφράζεις, ανακαλύπτεις τον τρόπο που χρησιμοποιεί αυτός ο νους για να το κάνει αριστούργημα. Ο τρόπος του Σαίξπηρ είναι να γεννήσει τον “νου” του έργου και να τον αφήσει, στη συνέχεια, να δημιουργεί σχεδόν αυτόνομος – με μια δική του πλέον «σκέψη» – το νόημα ή την συγκίνηση ή την ποιητική του εαυτού του. Και ο νους του δράματος Μάκβεθ είναι, κυριολεκτικά, ένας λαβύρινθος – στον οποίον, ως μεταφραστής μπαίνεις γνωρίζοντας από την απλή του ήδη ανάγνωση ότι εκεί μέσα σε περιμένουν τρία θέματα – τέρατα. Ο Θάνατος, σε ολόκληρο τον οντογνωσιολογικό του όγκο και δίπλα του ο ανθρώπινος δήμιος: ο φόνος˙ το Μεγάλο, ως δεδομένο, φυσικό αίτημα της ψυχής και δίπλα του, η ανθρώπινη αναπηρία που το εξαθλιώνει: η πολιτική εξουσία˙ το Κακό, με όλη την κοσμολογική του ισχύ και δίπλα του, η γήινη θεολογία που το εξανθρωπίζει για να το παραδώσει στον ομόλογο αντίπαλό του˙ το Καλό. Και πάνω απ όλα, ο Φόβος που εκλύεται από την ανισορροπία αυτών των άνισων δίδυμων μεγεθών – αλλά και παραμερίζει το μεγάλο, για να διασταυρωθούν τα δύο άλλα: η ένωσή τους θα γίνει ένας εφιάλτης του Χάους˙ ή ένα «αριστούργημα του Χάους», όπως αναγγέλλεται το έγκλημα του Μάκβεθ. […] – Οι άγγελοι που ξεπέφτουν στην γη γίνονται διάβολοι, είπε ο Θεός με ένα μικρό διαβολικό χαμόγελο. – Και οι διάβολοι που ξεπέφτουν στην γη γίνονται δημιουργοί, απάντησε ο Διάβολος. – Ο φθόνος που τους έχεις αρκεί για απόδειξη, πως είσαι και εσύ δημιουργός έχεις άλλη; ρώτησε και τον κοίταξε με ένα βλέμμα αγγελικού οίκτου. Με ένα τέτοιο σύντομο, αδιάφορο σχόλιο θα έκλειναν τον Μάκβεθ αυτοί οι δυο, πάντα Επίδοξοι αλλά ποτέ Άδοξοι Ποιητές.

Σημείωμα Σκηνοθέτη

Οι απαγορεύσεις είναι άβατα. Τόποι που δεν προορίζονται για κανέναν. Χώροι που διατηρούνται για να διασφαλίζουν την υπακοή, την υποταγή και τον έλεγχο. Ο φόνος είναι μια τέτοια απαγόρευση. Το να σκοτώνεις είναι μια πράξη που κατά κανόνα απαγορεύεται. Το να συνειδητοποιεί κανείς, όμως, ότι οι απαγορεύσεις είναι έξωθεν επιβεβλημένες απλά και μόνο για τη διατήρηση του ελέγχου των ανθρώπων, αυτό τον φέρνει πιο κοντά σε μια γνώση αβάσταχτη. Πιο κοντά στη γνώση ότι δεν υπάρχουν όρια, ότι όλα επιτρέπονται για όποιον το κατανοεί. Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος μόνο όσο έχει όρια, όταν τα υπερβαίνει, τότε γίνεται δαίμονας ή θεός. Ένα πλάσμα που δεν έχει καμία θέση στον κόσμο των ανθρώπων. Πρέπει είτε να συνεχίσει την πτώση του προς την οριστική αποκτήνωσή του, είτε την άνοδό του σε ότι μπορεί να ονομαστεί ‘θείο’. Επιπλέον, η τελική συνειδητοποίηση ότι και οι δυο αυτές κινήσεις, αν και αντιθετικές – είναι εντελώς όμοιες, φέρνει τον άνθρωπο στο έσχατο άκρο της λογικής: δεν υπάρχουν όρια – μόνοι μας τα κατασκευάζουμε, τα επιβάλλουμε και τα ασπαζόμαστε. Ο άνθρωπος που τα συνειδητοποιεί όλα αυτά, αποκτά πια πρόσβαση και στην τελευταία γνώση: δεν υπάρχει καλό και κακό, δεν υπάρχει θεός και διάβολος, δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο πράξεις που πρέπει να γίνονται. Σπάνε οι ιστοί που κρατούν απομονωμένα τα βασίλεια της ζωής και του ύπνου και τότε κανείς μπαίνει στην αιώνια αϋπνία του εφιάλτη. Οι γραμμές θολώνουν, τα πρόσωπα εξαφανίζονται και οι φωνές γίνονται κραυγές τρόμου. Στον κόσμο του Μάκβεθ – και ιδιαίτερα στην αποκαλυπτική μετάφραση του Χειμωνά – το να σκοτώνεις, ισοδυναμεί με το να σκοτώνεις το θεό μέσα σου. Ο άνθρωπος που έχει σκοτώσει το θεό μέσα του, δεν έχει άλλη επιλογή – πρέπει να γίνει ένας δαίμονας, ένας τρελός ή ένας ηθοποιός. Ο Μάκβεθ είναι μια τραγωδία της γνώσης, μια τελετή μύησης στην απαγορευμένη γνώση που διαδραματίζεται μέσα στο χώρο ενός εφιάλτη. Η πορεία ενός ανθρώπου προς την έσχατη γνώση: δεν υπάρχει καλό και κακό – υπάρχει το τίποτα. Δεν υπάρχει χρόνος – υπάρχει μόνο το τώρα. Δεν υπάρχει τόπος – υπάρχει μόνο το εδώ.

Σημείωμα Άκι Βλουτή

Ο Μάκβεθ του Σαίξπηρ μοιάζει να είναι το μεγαλύτερο μνημείο του ηθικού κώδικα που κληρονομήθηκε από τον ορθόδοξο Χριστιανισμό και τον κλασσικό κόσμο δίνοντας μια νέα και ζωντανή εκφραστικότητα γι’ αυτό για μας πλησιάζει τον Οιδίποδα Τύραννο δηλαδή τον κανόνα του τέλειου. Ο Μάκβεθ υποφέρει όχι επειδή είναι κακός, αλλά επειδή είναι ένας καλός άνθρωπος που κάνει το κακό. Αλλά γιατί αν όλα ανάγονται στην ηθική φύση του ανθρώπου κάνει το κακό, υποκύπτοντας  στην αλαζονεία ή την φιλοδοξία του; Το κακό είναι μυστηριώδες κι ελκυστικό, υπεράνω κάθε πρόβλεψης ή εξήγησης· δεν υπόκειται σε ψυχολογικούς νόμους που το καθιστούν αναπόφευκτο· είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης. Ο  Σαίξπηρ αναγνωρίζει ότι το καλό μπορεί να προέρχεται από το κακό.  Αυτή είναι η γνώση και  η  σοφία που αποκομίζουμε απ’ όλες τις τραγωδίες. Και ενώ παραδέχεται το παράδοξο αυτό, ενστερνίζεται και το ακόμα πιο παράδοξο, ότι το κακό μπορεί να είναι αναγκαίο  σ’ έναν κόσμο ελεύθερων ανθρώπων, αλλά όλοι πρέπει να αντιστεκόμαστε στην ύπαρξη του.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς

Διασκευή – Σκηνικός Χώρος – Σκηνοθεσία : Θάνος Παπακωνσταντίνου

Σκηνικά – Εικαστική Επιμέλεια : Νίκος Αναγνωστόπουλος

Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού

Κίνηση : Χαρά Κότσαλη Μουσική

Σύνθεση-Ηχητικό Περιβάλλον: Αντώνης Μόρας

Φωτισμοί : Χριστίνα Θανάσουλα

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάρω Πετλή

Ερμηνεύουν: Άκις Βλουτής – Μάκβεθ, Κωνσταντίνα Τάκαλου – Λαίδη Μάκβεθ, Βασίλης Βηλαράς, Ελεάνα Γεωργιάδου, Κατερίνα Μηλιώτη, ΕλένηΜολέσκη, Μάριος Παναγιώτου Γιώργος Φλωράτος